χημικοφυσικός

χημικοφυσικός
-ή, -ό, Ν
(παλ. όρος)
1. φυσικοχημικός
2. το θηλ. ως ουσ. η χημικοφυσική
η φυσικοχημεία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χημικός + φυσικός].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”